09 AM | 11 Aug

Επιτραπέζια : Δημοσιογραφία του «τόσο όσο»

Οι απόπειρες ανά τους αιώνες να ορισθεί ο όρος «λογοτεχνία» έχουν αποδειχθεί έως και στους καιρούς μας ανεπαρκείς.

Και τούτο γιατί η «λογοτεχνία» δεν επιδέχεται έναν αυστηρό προδιορισμό.

Παρ’ όλα αυτά, το συμπέρασμα στο οποίο φαίνεται να συγκλίνουν πολλοί είναι πως το είδος αυτό του γραπτού λόγου είναι «αντισυμβατικό», ανατρέπει τους γραμματικούς ή/ και συντακτικούς κανόνες της ευρέως χρησιμοποιούμενης γλώσσας.

Επίσης, ότι τη λογοτεχνία δεν την απασχολεί η επίτευξη κάποιου πρακτικού σκοπού, η ακριβής, κατά κυριολεξία πληροφόρηση του αναγνώστη.

Αυτή είναι δουλειά του δοκιμίου καθώς επίσης του επιστημονικού και του δημοσιογραφικού κειμένου.

Ερέθισμα του λογοτεχνικού έργου αποτελεί, εκτός των άλλων, κάθε πτυχή του ανθρώπινου βίου: ο έρωτας, οι ανθρώπινες σχέσεις, το συναισθηματικό τέλμα ή οι συναισθηματικές διακυμάνσεις, η επαγγελματική ενασχόληση, η τέρψη των αισθήσεων συμπεριλαμβανομένης, ασφαλώς, της γεύσης.

Πράγματι, το φαγητό είναι ένα από τα υλικά που ανήγειραν μνημειώδη οικοδομήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Στα παρ’ ημίν, την πρωτοκαθεδρία έχει ο Όμηρος.

Στην Ιλιάδα του μάς πληροφορεί τί έτρωγαν οι Αχαιοί πολεμιστές προτού αρχίσουν τους αλαλαγμούς.

Στην Οδύσσεια μας συστήνει τον Πολύφημο, τον πρώτο κατονομαζόμενο τυροκόμο στην ανθρώπινη ιστορία.

Ο Αθήναιος μας κληροδότησε τους Δειπνοσοφιστές του.

Ο Αρχέστρατος, του 4ου προχριστιανικού αιώνα, συντάσσει το μενού της αρχαιοελληνικής κουζίνας: ψάρι, όσπρια… Ό,τι υπάρχει, μεταξύ άλλων, και σήμερα στο τραπέζι σ’ αυτή τη γωνιά της υφηλίου.

Ο Κάρολος Ντίκενς μας προσκαλεί στο εορταστικό τραπέζι της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας σερβίροντας ψητή χήνα, ένα γεύμα που αναδεικνύεται σε σύμβολο του εξανθρωπισμού του.

Ο Προυστ Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο βρίσκει τον χρόνο να μας τρατάρει ένα μικρό κέικ που μοιάζει να έχει φορμαριστεί «μέσα σε πτυχωτό χτένι».

Και άλλοι συγγραφείς και άλλα έργα ων ουκ έστιν αριθμός.

Τι συμβαίνει όμως όταν δημοσιογράφοι, επαγγελματίες ή επίδοξοι, υπό τον ελληνοπρεπέστατο μανδύα του food bloger ή του food editor, μπερδεύουν τη δημοσιογραφία με τη λογοτεχνία;

Το εγχώριο life style από γεννήσεώς του τόλμησε την «αντισυμβατική γραφή».

Πλην όμως, λοξοδρόμησε από τον προσανατολισμό του.

Αντί να πληροφορήσει, επιδόθηκε σε ασκήσεις ύφους το πρόγραμμα των οποίων υπαγόρευε η προβολή της αυταρέσκειας ή η υπακοή στα κελεύσματα του αρχισυντάκτη.

Αποτέλεσμα;

Η διάχυση του στείρου εντυπωσιασμού και η απροκάλυπτη επίδειξη δοκησισοφίας.

Ένα παράδειγμα, στο οποίο για ευνόητους λόγους μόνον οι λέξεις έχουν υποστεί αλλαγή, όχι η ουσία.

«Και για κυρίως πιάτο, ο σεφ έστειλε τον ουρανίσκο μας στα ουράνια παρουσιάζοντας ένα κομμάτι βοδινού, “ψημένου τόσο όσο”, το οποίο αναπαύεται πάνω σε μία παχύρευστη σάλτσα από άγουρη τομάτα, σμέουρα και τσουκνίδα που φύεται σε υψόμετρο 752,25 εκατοστών».

Ως καθ’ έξιν γκρινιάρης, οφείλω να προβώ σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις.

Τί σημαίνει «ψημένο τόσο όσο»;

Σε πόσους βαθμούς;

Με αίμα στα εσώτερά του ή όχι;

Και εάν αφήνεται στον πελάτη η ευχέρεια της επιλογής, ποιος ο λόγος ύπαρξης αυτού του κειμένου;

Πώς είναι δυνατόν ένα σφαγμένο ζώο να αντιλαμβάνεται την ανάπαυση;

Εάν η τσουκνίδα κοπεί σε υψόμετρο ενός εκατοστού πιο πάνω ή πιο κάτω του ενδεδειγμένου, θα είναι μάπα το καρπούζι;

Εν προκειμένω η συνταγή;

Τρεις ημέρες άγρυπνος, δεν μπόρεσα να δώσω απάντηση στα υπαρξιακά αυτά ερωτήματα.

Βεβαιώθηκα απλώς ότι θα πείσω για τις αιτίες της γκρίνιας μου σίγουρα μόνον τον εαυτό μου.

Γιατί και στο φαγητό ισχύει ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.

Τόσο θα μεγαλουργούν οι συντάκτες τέτοιων κειμένων όσο θα υπάρχουν αναγνώστες που θα τα ρουφούν και με αυτά θα διανθίζουν τον λόγο τους.

Συνεπώς, δύο δρόμοι διανοίγονται μπροστά μου.

Ο ένας, να ξεσηκώσω στυλ, ατάκες, ποζισιόν και να ορμήσω προς άγραν εργασίας ως food editor.

Ο άλλος, να σπεύσω στο εστιατόριο και να παραγγείλω το αναπαυόμενο βοδινό.

Πόσο ψημένο θα είναι; Είπαμε: τόσο όσο.

 

Ο Επικούρειος

Please follow and like us:

Σχόλια

σχόλια