08 AM | 02 Jul

Επιτραπέζια : Γεύση με την πατίνα του χρόνου!

Στον Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο, τον Μεξικανό συγγραφέα, ιστορικό και δημοσιογράφο αποδίδεται το ακόλουθο απόφθεγμα: «Ανήκω σε μία μειονότητα ανθρώπων που αντιπαθούν τη μόδα».

Ασφαλώς ο Τάιμπο δεν αναφερόταν στις δημιουργικές και καλαίσθητες προτάσεις της Κοκό Σανέλ ή του Τζόρτζιο Αρμάνι.

Μάλλον, ο γεννημένος στην Ισπανία διανοούμενος,  είχε κατά νου τις τάσεις που κατά καιρούς προωθούν διάφοροι, όχι αφιλοκερδώς, και οι οποίοι εν τέλει, λόγω της διείσδυσής τους σε μέσα ενημέρωσης, κατορθώνουν να τις επιβάλλουν στον τρόπο ζωής μας.

Πολλά τα στάδια δόξης λαμπρά.

Το είδος της μουσικής που επικρατεί σχεδόν ολοκληρωτικά.

Η συνταγή της επιτυχημένης -εισπρακτικά- κινηματογραφικής ταινίας.

Το ομοιόμορφο, αν μη τι άλλο στον δυτικό κόσμο, τηλεοπτικό «προϊόν».

Και βεβαίως το φαγητό.

Ας μείνουμε στην έσχατη αναφορά κι ας περιορισθούμε στα εν Ελλάδι.

Θα θυμόσαστε ίσως την μόδα των cupcakes.

Το γλύκισμα καταύγασε το γευστικό στερέωμα της χώρας που γέννησε τον πολιτισμό, μα γρήγορα εξαφανίσθηκε ως διάττων αστήρ.

Το σούσι, ιδιαίτερα στους καιρούς των δάνειων παχέων αγελάδων, επιστράτευε θαμώνες των ταβερνών στα Βλάχικα της Βάρης για να τους ξεναγήσει στον κοσμοπολίτικο εξωτισμό της ωμοφαγίας.

Συν τω χρόνω, και βοηθούσης της κρίσεως, απέμειναν τόσα σούσι μπαρ όσα απευθύνονται με τρόπο αυθεντικό και με συνέπεια στους όντως λάτρεις του είδους.

Τα εστιατόρια με διαφορετικές «αλλοδαπές» κουζίνες οφείλουν τη λειτουργία τους κατά κανόνα στην παρουσία των μεταναστών και στην ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος από περιοχές πέραν της Εγγύς ή Μέσης Ανατολής.

Και τα τελευταία λειτουργούν στο κέντρο των Αθηνών, όπου εκ των πραγμάτων συχνάζουν οι περιηγητές από τις χώρες αυτές.

Αρκεί ένα παράδειγμα: Υπάρχουν συνολικά τρία ινδικά εστιατόρια σε έναν χώρο μερικών τετραγωνικών μέτρων: στην αρχή της Φιλελλήνων, στην αρχή της Συγγρού και έναντι των Στύλων του Ολυμπίου Διός.

Η μόνη κουζίνα που ενσωματώθηκε στο ελληνικό «μενού» είναι αυτή της Ιταλίας· αυτή η διαπίστωση εξηγεί γιατί το επιχειρηματικό ρίσκο μιας τρατορίας είναι χαμηλότερο εκείνου μιας άλλης «ξένης» κουζίνας.
Βέβαια και η γαλλική κουζίνα έχει αφήσει έντονα, παρότι δεν το συνειδητοποιούμε, τα ίχνη της στην ελληνική κουζίνα, και δη στη λεγόμενη «αστική».

Η ελληνικότατη μπεσαμέλ εισήχθη μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα από την κοιτίδα της δυτικής γαστρονομίας.

Τελικά, πέραν των άλλων παραγόντων, είναι ο χρόνος που επιβραβεύει ή αποδοκιμάζει.
Όχι οι προτεινόμενες «τάσεις».

Ελάχιστα χρόνια είχαν περάσει από το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης.

Ένας από αυτούς που την προετοίμασαν -υπήρξε αντιπρόσωπος της  tiers état, της Τρίτης Τάξης- ήταν ο Ζαν-Αντέλμ Μπριγιά-Σαβαρέν ο οποίος παρέδωσε στην αιωνιότητα ένα γλύκισμα.

Στη χώρα μας για να το παραγγείλουμε λέμε «μπαμπάδες με ρούμι».

Δεκαοκτώ αιώνες πριν από τον Σαβαρέν έζησε κάποιος άλλος εξ Εσπερίας, που θεωρείται ο κατ’ εξοχήν καλοφαγάς όλων των εποχών.

Το όνομά του; Μάρκος Γάβιος Απίκιος.

Δεν καθόταν αναπαυτικά στον ανάκλιντρό του να τον σερβίρουν.

Επινοούσε ο ίδιος τις γεύσεις που θα απολάμβανε.

Παραθέτω τρεις: την ομελέτα, τη μαρινάδα και την μπουγιαμπέσα.

 

Ο Επικούρειος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Please follow and like us:

Σχόλια

σχόλια