10 AM | 25 Jun

“Επιτραπέζια” : Η καρμπονάρα έτσι, όχι «αλλιώς»

Πείτε με παραδοσιακό, πείτε με οπισθοδρομικό, πείτε με στενόμυαλο, αλλά δεν θα σταματήσω να αντιδρώ στα στερεότυπα -νεοελληνιστί «κλισέ»- που επιβάλλουν, λόγω της δύναμης του μέσου, οι τηλεοπτικές εκπομπές μαγειρικής.

Αναφέρομαι εν προκειμένω στην «πειραγμένη» συνταγή ή στο τάδε έδεσμα «αλλιώς».

Παρακολουθώ, λοιπόν, τη συνταγή για «πειραγμένη τυρόπιτα» η οποία ελευθερώνει τη μαγείρισσα από τη βάσανο του ανοίγματος φύλλου, την προτρέπει να αναδεύσει τα υπόλοιπα υλικά και να προσθέσει στο στρωμένο στο ταψί μείγμα τόση ποσότητα τριμμένης φρυγανιάς όση είναι απαραίτητη ώστε να προσδώσει στο τελικό αποτέλεσμα την ψευδαίσθηση του τραγανού.

Ή βλέπω στη μικρή οθόνη την ενθουσιώδη προσπάθεια του τηλεμάγειρα να παρασκευάσει ένα «παστίτσιο αλλιώς».

Τα πάντα πλην της μπεσαμέλ – βλέπετε η άτιμη είναι απαιτητική.

Θέλει χρόνο, αδιάλειπτη προσοχή και πολλά τεντζερεδικά.

Η λύση;

Η κρέμα γάλακτος. Του εμπορίου βεβαίως.

Αυτή που ταγκίζει τη γεύση και την όσφρηση και καταστρέφει κορυφαίες συνταγές.

Νομίζω πως το άκρον άωτον της καταστροφής συνταγών, λόγω της χρήσης κρέμας γάλακτος, έχει συντελεσθεί προ πολλού από τα «delivery» τα οποία φέρνουν στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας -αυτή πια κλειδώνεται με το που πέσει ο ήλιος- την «καρμπονάρα» και «πειραγμένη» και «αλλιώς».

Να και μανιτάρια, να και η κρέμα γάλακτος στην οποία κολυμπούν τα ζυμαρικά.

Συνάντησα την ιταλιάνικη νοστιμιά στα τέλη της δεκαετίας του ’70, σε ένα θρυλικό πια ιταλικό εστιατόριο της Πάτρας, το «ΑΘΩΣ ΠΟΡΘΟΣ ΑΡΑΜΙΣ», και στην αυθεντική συνταγή του.

Με την αρχική πιρουνιά λάτρεψα το πρωτόγνωρο πιάτο, και για την τσαχπίνικη νοστιμιά του αλλά -όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων- και λόγω της πρόσθετης (εξαιτίας της αλμυρότητας) ιδιότητάς του να προετοιμάζει το στομάχι για τις μεταμεσονύχτιες κραιπάλες στις ντισκοτέκ της γενέτειρας.

Έκτοτε, όχι λίγες φορές κατέφυγα στην προσφιλή καρμπονάρα· η συντομία και η ευκολία στην παρασκευή της αποτελούσαν το επιπλέον κίνητρο.

Όσες φορές αναγκάστηκα να την παραγγείλω από κατ’ όνομα «τρατορίες», εκστόμισα πηγαία το υπαρξιακό ερώτημα: Να ζει (χωρίς καρμπονάρα) κανείς η να μη ζει;»

Τις προάλλες περπατούσα στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Βαλαωρίτου.

Κάπου ανάμεσα στη Βουκουρεστίου και στην Αμερικής άκουσα σε χαμηλή ένταση τις νότες ενός αγαπημένου μου τραγουδιού: Il Tempo Se Ne Va του Adriano Celentano.

Ήταν από εκείνα τα χρόνια, στα τέλη της δεκαετίας του ΄70.

Έστριψα το κεφάλι δεξιά και διαπίστωσα πως η μελωδία ερχόταν από το εσωτερικό ενός εστιατορίου με την επωνυμία «TUTTITALIA».

Οι αναμνήσεις οδήγησαν τα βήματά μου σε ένα από τα τραπέζια.

Διάβασα στο menu πως προσφέρεται και καρμπονάρα.

Και όταν στην ερώτησή μου, εάν στο πιάτο υπάρχει κρέμα γάλακτος, εισέπραξα αρνητική απάντηση, χωρίς δεύτερη σκέψη έδωσα την παραγγελία – μαζί και τα συνοδευτικά.

Η καρμπονάρα ήταν όπως τη φανταζόμουν.

Σαν τα πρώιμα νεανικά μου χρόνια, τα αυθόρμητα, τα χαρούμενα, τα αυθεντικά – που έχω σκοπό να τα ξαναζήσω και μέσω των γεύσεων.

 

Ο Επικούρειος

Please follow and like us:

Σχόλια

σχόλια