08 AM | 05 Jun

Πως ένα ξεχασμένο εικοσάευρο, άλλαξε την κοσμοθεωρία της Ελευθερίας!

Γιατί το ταπεινό εικοσάρικο που βρήκα ξεχασμένο μπόρεσε να με κάνει να πάω χοροπηδώντας στο σούπερ-μάρκετ και να αγοράσω το πιο μεγάλο κοτόπουλο που είχα σταμπάρει από χθες, να το πληρώσω στο ταμείο σχεδιάζοντας να το φτιάξω γιουβέτσι και να γυρίσω σπίτι σχεδόν χορεύοντας με μια πρωτοφανή όρεξη να το μαγειρέψω κιόλας;

Εκεί που δυσθυμούσα που θα ‘πρεπε μια τέτοια μέρα να πάω για χόρτα και εξερεύνηση στο βουνό ενώ ήμουν αναγκασμένη να πλύνω πιάτα και να μαγειρέψω πάλι;

Τόσο πολύ έχει αλλάξει το status της καθημερινής μας ευτυχίας και χαράς που κρέμεται από ένα τυχαίο ψωροεικοσάρικο;

Τόσες πολλές σφαλιάρες μας έριξε στα μούτρα η κρίση κι η ανέχεια που ξεχάσαμε να εκτιμούμε ένα ταπεινό πιάτο ζεστό λεμονάτο τραχανά μπροστά στην τηλεόραση;

Θα ‘πρεπε να μας φτιάχνει τη διάθεση και μόνο ο ήλιος που βγαίνει απρόσκλητος πίσω απ’ τα σύννεφα να μας κάνει έκπληξη μετά το χθεσινό χαλάζι, η πρασινάδα κάτω απ’ τα δέντρα που πενταπλασιάστηκε σε ύψος από την τελευταία φορά που την είδαμε, ή απλώς και μόνο το γεγονός ότι έχουμε… αυτά που έχουμε.

 Τα μάτια μας να βλέπουμε και να διαβάζουμε, τα αυτιά μας για να ακούμε μουσικές ή τον ήχο της φωνής του παιδιού μας.

 Έχουμε τις εμπειρίες μας και τις αναμνήσεις μας απ’ αυτά που ζήσαμε. Έχουμε την ελπίδα γι’ αυτά που θα ζήσουμε ακόμα.

 Γιατί είμαστε ακόμα ζωντανοί.

 Δεν έχουμε πεθάνει.

Άρα;

Άρα είτε το θέλουμε είτε όχι θα ξαναζήσουμε ευτυχισμένες στιγμές.

Τόσο πολύ μας έχει ρίξει στην απελπισία η καταβαράθρωση του βιοτικού μας επιπέδου;

 Ε, και;

Είμαστε πάντα εμείς οι ίδιοι.

 Δεν έχουμε αλλάξει.

Ξεχάσαμε ότι η απληστία δεν είναι αμαρτία γιατί θα μας στείλει στην κόλαση.

Είναι αμαρτία γιατί διαταράσσει την προσωπική μας γαλήνη και ψυχική ευημερία.

 Είναι αμαρτία γιατί χάνεις το μέτρο.

Η σφαλιάρα μας θύμισε ότι η ηρεμία και η χαρά δεν βρίσκεται στην ποσότητα.

Θυμάμαι πριν από χρόνια που ονειρευόμουνα να καταφέρω κάποτε να κάνω ένα παιδί. Μετά ονειρευόμουνα να ανοίγω το παράθυρό μου και να βλέπω το δάσος.

Μετά ήθελα να μένω στην πόλη αλλά ταυτόχρονα και στο δάσος, αν γίνεται.

Κάποτε κοιμόμουν και ξυπνούσα με τη λαχτάρα να κάνω μια δουλειά που όλη μέρα να χτυπάω τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής.

 Ύστερα ήθελα να γίνω σελιδοποιός.

 Έβλεπα την οθόνη αυτών που έφτιαχναν βιβλία και περιοδικά και μου φαινόταν ότι χειριζόντουσαν διαστημόπλοια.

Μετά ήθελα να «χειρίζομαι διαστημόπλοιο» αλλά στο σπίτι μου με τις πιτζάμες. Και μετά… και μετά… και μετά…

Ό,τι ήθελα, έγινε. Με τη σειρά. Και είμαι σίγουρη ότι έτσι συνέβη με όλους.

Γιατί χρειάστηκε ένα ταπεινό και ξεχασμένο εικοσάρικο να μου το θυμίσει;

 Κι ένα κοτόπουλο γιουβέτσι;

Ε, λοιπόν, δεν με νοιάζει που τα χρέη έχουν βγει βόλτα και χτυπούν όλες τις πόρτες με τη σειρά σαν τους υπαλλήλους της απογραφής πληθυσμού.

Εγώ λείπω.

Δεν με νοιάζει που το κράτος με αγνοεί προσθέτοντας καινούργιους φόρους στους παλιότερους γιατί ο κόσμος δεν πλήρωσε γιατί δεν είχε.

Το αγνοώ κι εγώ.

Δεν με νοιάζει που πότε έχω να φάω και πότε όχι.

 Δεν με νοιάζει που δεν έχω τη δουλειά που θα ήθελα τώρα. Την είχα πάντα. Και θα την ξαναέχω.

Δεν με νοιάζει που συνέβησαν μερικά πράγματα που δεν ήθελα.

 Γιατί μερικά που ήθελα… συνέβησαν.

Και μέσα σ’ αυτά συνέβησαν και μερικά θαύματα.

Δεν με νοιάζει που δεν έχω τώρα αυτοκίνητο. Και μια άλλη εποχή δεν είχα.

Και μετά είχα πάλι. Και πάλι θα ξαναέχω.

Άλλωστε έχω το ποδήλατό μου. Το πολυαγαπημένο μου ποδήλατο που το ονειρευόμουνα χρόνια μέχρι να το αγοράσω. Και εδώ και 10 χρόνια δεν το έχω βαρεθεί.

 Έχω πολλά. Σχεδόν όλα όσα ζήτησα.
 Και μπορώ να ζητήσω κι άλλα.
Και μερικά από αυτά που θα ζητήσω θα έρθουν.
Γιατί το ξέχασα;
Σ’ ευχαριστώ 20άρικο.

Ελευθερία Σουγιουλτζή

 

 

Please follow and like us:

Σχόλια

σχόλια